Πάω να κάνω ένα απόγευμα τη δουλίτσα μου στο ταχυδρομείο. Ήθελα να ταχυδρομήσω κάτι χαρτιά στην τράπεζα μέσω μιας διαδικασίας post ident, όπου πρέπει να υπάρξει ταυτοποίηση στοιχείων μέσω ταχυδρομείου. Περιμένω, λοιπόν τη σειρά μου ώσπου έρχεται η ώρα η ριμάδα και φτάνω μπροστά, και ο πάγκος που ήταν διαθέσιμος ήταν ενός ψηλού μουστακαλή μεσήλικα και ολίγον σκιαχτικού. Τον είχα κόψει από μακριά και δεν ήθελα να τύχω σ' αυτόν. Ήταν ελαφρώς άξεστος. Και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, είχα δίκιο.
Πηγαίνω, λοιπόν, και του λέω στα Αγγλικά ότι θέλω να στείλω αυτά τα χαρτιά. Και όπως περιμένετε φίλοι μου καλοί καλοί μου φίλοι, γραμμένα τα 'χε και τα Αγγλικά κι εμένα ο γραμματάς. Παίρνει τα έγγραφα μου και μου ζητά ταυτότητα. Του δίνω την ελληνική μου ταυτότητα και μπζζζζ μπζζζζ χτυπάει το τηλέφωνό μου συνάμα. Μου λέει: "Με ελληνική ταυτότητα δε γίνεται, αν έχετε διαβατήριο", μπζζζζ μπζζζζ. Πανικόβλητη εγώ να σηκώσω το τηλέφωνο και να δώσω και τα έγγραφα του δίνω το διαβατήριό μου (που ευτυχώς είχα) και μένω με το τηλέφωνο στο χέρι, το οποίο τελικά δεν πρόλαβα να σηκώσω. Σε τούτο το σημείο έχω να σημειώσω τα εξής: Πρώτον, απαιτείται διαβατήριο σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να κάνεις τη δουλειά σου σε δημόσια υπηρεσία, ενώ μπορείς να ταξιδέψεις παντού με την ταυτότητά σου. Απαράδεκτο! Δε σχολιάζω περαιτέρω το αφήνω στην κρίση του κοινού. Και δεύτερον, στο τηλέφωνο, που έσπευσα να σηκώσω, ήταν ο Γερμανός φίλος μου που είχαμε δώσει ραντεβού απ' έξω απ' το ταχυδρομείο και ήθελα να του πω πού ακριβώς βρίσκομαι να ξέρει.
Συνεχίζω, λοιπόν, από κει που μένω σύξυλη με το τηλέφωνο στο χέρι. Μου λέει επιθετικά: "Με αυτό στο χέρι δεν κάνουμε δουλειά" και μου δίνει να υπογράψω ένα χαρτί. Καλά καλά κύριος μη βαράτε- και χαμογελαστή με την απαράμιλλη ευγένεια που με διακατέχει βάζω τη τζίφρα μου. Ξαναχτυπά το τηλέφωνο και, ευτυχώς, το σηκώνω αυτή τη φορά, κι εξηγώ στο φίλο μου πού βρίσκομαι και μπαίνει στην είσοδο και με περιμένει. Καθώς συμπλήρωνε τα στοιχεία μου ο γραμματάς κάποια στιγμή με ρωτά: "Από το Ντίσελντορφ το πήρατε το διαβατήριο;". Τον κοίταξα απορημένη και του απάντησα όχι. "Τι σχέση έχει το Ντίσελντορφ άνθρωπε μου;" σκέφτηκα. Ύστερα με ρώτησε: "Ποιος εξέδωσε το διαβατήριο;". Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε και δεν ήξερα τι να του πω. Μα τι με ρωτούσε που δεν αναγράφεται εκεί πάνω; Έπειτα αφού δεν καταλάβαινα, επανέλαβε την ερώτηση ξανά μανά, αλλά αυτό φυσικά δεν άλλαξε κάτι. Συνέχιζε να επαναλαμβάνει την ίδια ακριβώς ερώτηση με αυξανόμενα ντεσιμπέλ κι εγώ κοιτούσα σαν το χάνο τρομοκρατημένη που μου φώναζε λες και είχα κάνει κανένα έγκλημα. "Δεν το έκλεψα!" σκεφτόμουν.
Οι αγριοφωνάρες του ακούστηκαν σε όλο το ταχυδρομείο και ο φίλος μου που στεκόταν στην είσοδο τις άκουσε, και αφού "έκοψε" τι συμβαίνει έσπευσε να βοηθήσει. Μου λέει: "Πού έβγαλες το διαβατήριο θέλει να μάθει" και λέω απορημένη "Στην Ελλάδα, ελληνικό διαβατήριο είναι". "Ναι, αλλά σε ποια πόλη;" πετάγεται ο μουστακαλής. Ε πες έτσι βρε άνθρωπε, αναδιατύπωσε την ερώτησή σου να σε καταλάβουμε και εμείς τα αλλοδαπά. Λέω κι εγώ την πόλη από όπου το πήρα, που εν τέλει ουδεμία σχέση είχε με αυτό που έπρεπε να γράψει. Καθώς, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, τα γερμανικά διαβατήρια αναγράφουν την πόλη έκδοσης, ενώ τα ελληνικά εκδίδονται όλα από την ίδια αρχή, που είναι η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών - Εθνικό τμήμα Διαβατηρίων, και η πόλη που ενδεχομένως να το πήρες δεν έχει σημασία και δεν αναγράφεται. Οπότε Αθήνα έπρεπε να πω. Δυστυχώς, όμως, επάνω στο διαβατήριο αναγράφονται μόνο κάποια αρχικά που για τους Γερμανούς γραφειοκράτες προφανώς δεν είναι αρκετά κι εσύ αν δεν γνωρίζεις τέτοιου είδους μικροδιαφορές πιάνεσαι εξαπίνης και δεν ξέρεις τι να πεις.
Τέλος πάντων κάναμε τη δουλειά μας και φύγαμε. Εγώ με το κεφάλι κάτω γιατί ντράπηκα πολύ που μου φώναζε. Ο φίλος μου τόνισε ότι ήταν αγενέστατος. Η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Στεναχωρήθηκα πολύ εκείνη την ημέρα. Ένιωσα πολύ άσχημα για κάτι που δεν έφταιξα. Το μόνο πρόβλημα είναι που είμαι ξένη. "Θέλω βοήθεια για να στείλω ένα γράμμα στο ταχυδρομείο. Τι θα γινόταν αν ήμουν μόνη μου;". Αυτές οι σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πας να κάνεις μια καθημερινή ρουτίνα και δεν ξέρεις σε ποιον μπορεί να τύχεις και να πάει η διάθεσή σου περίπατο. Εκεί που σηκώνεσαι στα πόδια σου να πέφτεις. Να εξαρτάσαι συνέχεια από κάποιον άλλο για να κάνεις ένα απλό πράγμα. Μικροπράγματα θα πει κανείς. Αλλά εγώ έκλαψα κείνη τη μέρα. Έκλαψα πολύ. Κι όχι μόνο γι' αυτό. Αλλά για κείνο, και κείνο και για το άλλο.....
Πηγαίνω, λοιπόν, και του λέω στα Αγγλικά ότι θέλω να στείλω αυτά τα χαρτιά. Και όπως περιμένετε φίλοι μου καλοί καλοί μου φίλοι, γραμμένα τα 'χε και τα Αγγλικά κι εμένα ο γραμματάς. Παίρνει τα έγγραφα μου και μου ζητά ταυτότητα. Του δίνω την ελληνική μου ταυτότητα και μπζζζζ μπζζζζ χτυπάει το τηλέφωνό μου συνάμα. Μου λέει: "Με ελληνική ταυτότητα δε γίνεται, αν έχετε διαβατήριο", μπζζζζ μπζζζζ. Πανικόβλητη εγώ να σηκώσω το τηλέφωνο και να δώσω και τα έγγραφα του δίνω το διαβατήριό μου (που ευτυχώς είχα) και μένω με το τηλέφωνο στο χέρι, το οποίο τελικά δεν πρόλαβα να σηκώσω. Σε τούτο το σημείο έχω να σημειώσω τα εξής: Πρώτον, απαιτείται διαβατήριο σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να κάνεις τη δουλειά σου σε δημόσια υπηρεσία, ενώ μπορείς να ταξιδέψεις παντού με την ταυτότητά σου. Απαράδεκτο! Δε σχολιάζω περαιτέρω το αφήνω στην κρίση του κοινού. Και δεύτερον, στο τηλέφωνο, που έσπευσα να σηκώσω, ήταν ο Γερμανός φίλος μου που είχαμε δώσει ραντεβού απ' έξω απ' το ταχυδρομείο και ήθελα να του πω πού ακριβώς βρίσκομαι να ξέρει.
Συνεχίζω, λοιπόν, από κει που μένω σύξυλη με το τηλέφωνο στο χέρι. Μου λέει επιθετικά: "Με αυτό στο χέρι δεν κάνουμε δουλειά" και μου δίνει να υπογράψω ένα χαρτί. Καλά καλά κύριος μη βαράτε- και χαμογελαστή με την απαράμιλλη ευγένεια που με διακατέχει βάζω τη τζίφρα μου. Ξαναχτυπά το τηλέφωνο και, ευτυχώς, το σηκώνω αυτή τη φορά, κι εξηγώ στο φίλο μου πού βρίσκομαι και μπαίνει στην είσοδο και με περιμένει. Καθώς συμπλήρωνε τα στοιχεία μου ο γραμματάς κάποια στιγμή με ρωτά: "Από το Ντίσελντορφ το πήρατε το διαβατήριο;". Τον κοίταξα απορημένη και του απάντησα όχι. "Τι σχέση έχει το Ντίσελντορφ άνθρωπε μου;" σκέφτηκα. Ύστερα με ρώτησε: "Ποιος εξέδωσε το διαβατήριο;". Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε και δεν ήξερα τι να του πω. Μα τι με ρωτούσε που δεν αναγράφεται εκεί πάνω; Έπειτα αφού δεν καταλάβαινα, επανέλαβε την ερώτηση ξανά μανά, αλλά αυτό φυσικά δεν άλλαξε κάτι. Συνέχιζε να επαναλαμβάνει την ίδια ακριβώς ερώτηση με αυξανόμενα ντεσιμπέλ κι εγώ κοιτούσα σαν το χάνο τρομοκρατημένη που μου φώναζε λες και είχα κάνει κανένα έγκλημα. "Δεν το έκλεψα!" σκεφτόμουν.
Οι αγριοφωνάρες του ακούστηκαν σε όλο το ταχυδρομείο και ο φίλος μου που στεκόταν στην είσοδο τις άκουσε, και αφού "έκοψε" τι συμβαίνει έσπευσε να βοηθήσει. Μου λέει: "Πού έβγαλες το διαβατήριο θέλει να μάθει" και λέω απορημένη "Στην Ελλάδα, ελληνικό διαβατήριο είναι". "Ναι, αλλά σε ποια πόλη;" πετάγεται ο μουστακαλής. Ε πες έτσι βρε άνθρωπε, αναδιατύπωσε την ερώτησή σου να σε καταλάβουμε και εμείς τα αλλοδαπά. Λέω κι εγώ την πόλη από όπου το πήρα, που εν τέλει ουδεμία σχέση είχε με αυτό που έπρεπε να γράψει. Καθώς, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, τα γερμανικά διαβατήρια αναγράφουν την πόλη έκδοσης, ενώ τα ελληνικά εκδίδονται όλα από την ίδια αρχή, που είναι η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών - Εθνικό τμήμα Διαβατηρίων, και η πόλη που ενδεχομένως να το πήρες δεν έχει σημασία και δεν αναγράφεται. Οπότε Αθήνα έπρεπε να πω. Δυστυχώς, όμως, επάνω στο διαβατήριο αναγράφονται μόνο κάποια αρχικά που για τους Γερμανούς γραφειοκράτες προφανώς δεν είναι αρκετά κι εσύ αν δεν γνωρίζεις τέτοιου είδους μικροδιαφορές πιάνεσαι εξαπίνης και δεν ξέρεις τι να πεις.
Τέλος πάντων κάναμε τη δουλειά μας και φύγαμε. Εγώ με το κεφάλι κάτω γιατί ντράπηκα πολύ που μου φώναζε. Ο φίλος μου τόνισε ότι ήταν αγενέστατος. Η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Στεναχωρήθηκα πολύ εκείνη την ημέρα. Ένιωσα πολύ άσχημα για κάτι που δεν έφταιξα. Το μόνο πρόβλημα είναι που είμαι ξένη. "Θέλω βοήθεια για να στείλω ένα γράμμα στο ταχυδρομείο. Τι θα γινόταν αν ήμουν μόνη μου;". Αυτές οι σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πας να κάνεις μια καθημερινή ρουτίνα και δεν ξέρεις σε ποιον μπορεί να τύχεις και να πάει η διάθεσή σου περίπατο. Εκεί που σηκώνεσαι στα πόδια σου να πέφτεις. Να εξαρτάσαι συνέχεια από κάποιον άλλο για να κάνεις ένα απλό πράγμα. Μικροπράγματα θα πει κανείς. Αλλά εγώ έκλαψα κείνη τη μέρα. Έκλαψα πολύ. Κι όχι μόνο γι' αυτό. Αλλά για κείνο, και κείνο και για το άλλο.....