Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Ποτέ μην πας μόνος σου στο ταχυδρομείο

Πάω να κάνω ένα απόγευμα τη δουλίτσα μου στο ταχυδρομείο. Ήθελα να ταχυδρομήσω κάτι χαρτιά στην τράπεζα μέσω μιας διαδικασίας post ident, όπου πρέπει να υπάρξει ταυτοποίηση στοιχείων μέσω ταχυδρομείου. Περιμένω, λοιπόν τη σειρά μου ώσπου έρχεται η ώρα η ριμάδα και φτάνω μπροστά, και ο πάγκος που ήταν διαθέσιμος ήταν ενός ψηλού μουστακαλή μεσήλικα και ολίγον σκιαχτικού. Τον είχα κόψει από μακριά και δεν ήθελα να τύχω σ' αυτόν. Ήταν ελαφρώς άξεστος. Και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, είχα δίκιο.
Πηγαίνω, λοιπόν, και του λέω στα Αγγλικά ότι θέλω να στείλω αυτά τα χαρτιά. Και όπως περιμένετε φίλοι μου καλοί καλοί μου φίλοι, γραμμένα τα 'χε και τα Αγγλικά κι εμένα ο γραμματάς. Παίρνει τα έγγραφα μου και μου ζητά ταυτότητα. Του δίνω την ελληνική μου ταυτότητα και μπζζζζ μπζζζζ χτυπάει το τηλέφωνό μου συνάμα. Μου λέει: "Με ελληνική ταυτότητα δε γίνεται, αν έχετε διαβατήριο", μπζζζζ μπζζζζ. Πανικόβλητη εγώ να σηκώσω το τηλέφωνο και να δώσω και τα έγγραφα του δίνω το διαβατήριό μου (που ευτυχώς είχα) και μένω με το τηλέφωνο στο χέρι, το οποίο τελικά δεν πρόλαβα να σηκώσω. Σε τούτο το σημείο έχω να σημειώσω τα εξής: Πρώτον, απαιτείται διαβατήριο σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να κάνεις τη δουλειά σου σε δημόσια υπηρεσία, ενώ μπορείς να ταξιδέψεις παντού με την ταυτότητά σου. Απαράδεκτο! Δε σχολιάζω περαιτέρω το αφήνω στην κρίση του κοινού. Και δεύτερον, στο τηλέφωνο, που έσπευσα να σηκώσω, ήταν ο Γερμανός φίλος μου που είχαμε δώσει ραντεβού απ' έξω απ' το ταχυδρομείο και ήθελα να του πω πού ακριβώς βρίσκομαι να ξέρει.
Συνεχίζω, λοιπόν, από κει που μένω σύξυλη με το τηλέφωνο στο χέρι. Μου λέει επιθετικά: "Με αυτό στο χέρι δεν κάνουμε δουλειά" και μου δίνει να υπογράψω ένα χαρτί. Καλά καλά κύριος μη βαράτε- και χαμογελαστή με την απαράμιλλη ευγένεια που με διακατέχει βάζω τη τζίφρα μου. Ξαναχτυπά το τηλέφωνο και, ευτυχώς, το σηκώνω αυτή τη φορά, κι εξηγώ στο φίλο μου πού βρίσκομαι και μπαίνει στην είσοδο και με περιμένει. Καθώς συμπλήρωνε τα στοιχεία μου ο γραμματάς κάποια στιγμή με ρωτά: "Από το Ντίσελντορφ το πήρατε το διαβατήριο;". Τον κοίταξα απορημένη και του απάντησα όχι. "Τι σχέση έχει το Ντίσελντορφ άνθρωπε μου;" σκέφτηκα. Ύστερα με ρώτησε: "Ποιος εξέδωσε το διαβατήριο;". Εγώ δεν κατάλαβα τι εννοούσε και δεν ήξερα τι να του πω. Μα τι με ρωτούσε που δεν αναγράφεται εκεί πάνω; Έπειτα αφού δεν καταλάβαινα, επανέλαβε την ερώτηση ξανά μανά, αλλά αυτό φυσικά δεν άλλαξε κάτι. Συνέχιζε να επαναλαμβάνει την ίδια ακριβώς ερώτηση με αυξανόμενα ντεσιμπέλ κι εγώ κοιτούσα σαν το χάνο τρομοκρατημένη που μου φώναζε λες και είχα κάνει κανένα έγκλημα. "Δεν το έκλεψα!" σκεφτόμουν.
Οι αγριοφωνάρες του ακούστηκαν σε όλο το ταχυδρομείο και ο φίλος μου που στεκόταν στην είσοδο τις άκουσε, και αφού "έκοψε" τι συμβαίνει έσπευσε να βοηθήσει. Μου λέει: "Πού έβγαλες το διαβατήριο θέλει να μάθει" και λέω απορημένη "Στην Ελλάδα, ελληνικό διαβατήριο είναι". "Ναι, αλλά σε ποια πόλη;" πετάγεται ο μουστακαλής. Ε πες έτσι βρε άνθρωπε, αναδιατύπωσε την ερώτησή σου να σε καταλάβουμε και εμείς τα αλλοδαπά. Λέω κι εγώ την πόλη από όπου το πήρα, που εν τέλει ουδεμία σχέση είχε με αυτό που έπρεπε να γράψει. Καθώς, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, τα γερμανικά διαβατήρια αναγράφουν την πόλη έκδοσης, ενώ τα ελληνικά εκδίδονται όλα από την ίδια αρχή, που είναι η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών - Εθνικό τμήμα Διαβατηρίων, και η πόλη που ενδεχομένως να το πήρες δεν έχει σημασία και δεν αναγράφεται. Οπότε Αθήνα έπρεπε να πω. Δυστυχώς, όμως, επάνω στο διαβατήριο αναγράφονται μόνο κάποια αρχικά που για τους Γερμανούς γραφειοκράτες προφανώς δεν είναι αρκετά κι εσύ αν δεν γνωρίζεις τέτοιου είδους μικροδιαφορές πιάνεσαι εξαπίνης και δεν ξέρεις τι να πεις.
Τέλος πάντων κάναμε τη δουλειά μας και φύγαμε. Εγώ με το κεφάλι κάτω γιατί ντράπηκα πολύ που μου φώναζε. Ο φίλος μου τόνισε ότι ήταν αγενέστατος. Η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Στεναχωρήθηκα πολύ εκείνη την ημέρα. Ένιωσα πολύ άσχημα για κάτι που δεν έφταιξα. Το μόνο πρόβλημα είναι που είμαι ξένη. "Θέλω βοήθεια για να στείλω ένα γράμμα στο ταχυδρομείο. Τι θα γινόταν αν ήμουν μόνη μου;". Αυτές οι σκέψεις γυρνούσαν στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πας να κάνεις μια καθημερινή ρουτίνα και δεν ξέρεις σε ποιον μπορεί να τύχεις και να πάει η διάθεσή σου περίπατο. Εκεί που σηκώνεσαι στα πόδια σου να πέφτεις. Να εξαρτάσαι συνέχεια από κάποιον άλλο για να κάνεις ένα απλό πράγμα. Μικροπράγματα θα πει κανείς. Αλλά εγώ έκλαψα κείνη τη μέρα. Έκλαψα πολύ. Κι όχι μόνο γι' αυτό. Αλλά για κείνο, και κείνο και για το άλλο.....

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Νοικοκυρά σε απόγνωση

Κι έρχεται η ώρα που καλείς κόσμο στο σπίτι σου, να το ρίξετε λιγάκι όξω βρε αδερφέ, και πρέπει να μαγειρέψεις κάνα φα'ί' να γεμίσουν τα στομάχια τους, μη σε πουν και ακαμάτρα νοικοκυρά. Έλα μου όμως που δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Εκτός, φυσικά, του ότι πρέπει να υπολογίσεις πόσα άτομα θα έρθουν, ώστε να γεμίσεις τις στοίβες σου αναλόγως, πρέπει να υπολογίσεις και τι τρώει έκαστος. Και δεν εννοώ να υπολογίσεις τη χοληστερίνη, τα τριγλυκερίδια και το ζάχαρο του καθενός, όπως κάνουν οι μανάδες μας όταν μαζευόμαστε με το σόι τις γιορτές, και θες να μη σου μείνει κανένας παππούς στον τόπο. Τουλάχιστον εκεί λες θα φτιάξω κάτι ελαφρύ και καθάρισες. Άλλωστε για την υγεία πρόκειται, δεν παίζουμε με αυτά. Αλλά τώρα σου έρχεται ο καθένας από άλλη χώρα, άλλη θρησκεία κι άλλη άποψη. Σου έρχεται ο άλλος vegeterian που δεν τρώει κρέας, ο άλλος vegan που δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης κι ο άλλος ήμι-vegeterian που δεν τρώει κρέας αν και μόνο αν δε γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες έχει ανατραφεί και σφαχτεί. Και καλά λες, άντε μην κάνεις κρέας, βέβαια ούτε τυρί, ούτε αβγό για να ικανοποιήσεις τον vegan. Αλλά ο άλλος σου έρχεται κρεατοφάγος για δεν του πιάνεται το χόρτο στο στομάχι, οπότε με σαλατούλα σκέτη δεν τη βγάζεις όπως και να χει. Αλλά και δίκιο θα χει ο καλεσμένος. Επειδή δηλαδή ο άλλος επέλεξε να βοσκάει πρέπει κάθε φορά που θα μαζευόμαστε, να κάνουμε όλοι τα πρόβατα; Οπότε φιλενάδα με χορταράκι σκέτο δεν καθαρίζεις. Κάτσε και μαγείρευε.
Πας, λοιπόν, να κάνεις κρέας. Και ιδού πάλι τα κομβία της κυρίας Αλεξίας. Ο μουσουλμάνος δεν τρώει χοιρινό, ο βουδιστής δεν τρώει μοσχάρι κι ο περίεργος δεν τρώει αρνί, γιατί του βρωμάει (να πούμε την αλήθεια ένα δίκιο το χει, εδώ χάλια τα κρέατα α πα πα). Οπότε τι μένει, κοτοπουλάκι και ψαράκι. Καλά ψαράκι εδώ πάνω ούτε κατά διάνοια, μόνο κατεψυγμένο. Άρα τους σερβίρεις και συ τον πούλο. Τέλος πάντων αυτό που θέλω να πω είναι ότι ξεπατώνεσαι, σαν καλή οικοδέσποινα, να τους ικανοποιήσεις όλους και τη βγάζεις στα γενέθλιά σου στην κουζίνα (σνιφ κλαψ μπου χου). Άιντε ας φαν κι ας σκάσουν. Γεια μας!

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Ο λατρεμένος μου γείτονας

Μια φορά σε ένα πάρτι μιας συμφοιτήτριας μαζωχτήκαμε πάλι κόσμος και ντουνιάς από όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου. Καθώς μπαίνω μέσα αντικρίζω το πλήθος και, φυσικά, αρχίζουν οι συστάσεις. Με συστήνει λοιπόν η φίλη μου λέγοντας ότι είμαι από την Ελλάδα. Εκείνη τη στιγμή ένας από τους θαμώνες που στεκόταν δίπλα μου έρχεται και μου σφίγγει το χέρι με ενθουσιασμό και μου λέει μες την καλή χαρά : "Ω χαίρω πολύ! Εγώ είμαι από τη Μακεδονία". Εκείνη τη στιγμή σάστισα. Μα ποια Μακεδονία λέει ο τύπος. Μετά συνειδητοποίησα ότι εννοεί τα Σκόπια. Στην αρχή κάπως παραξενεύτηκα επειδή δεν είχα συνηθίσει να αποκαλώ τα Σκόπια Μακεδονία. Όλοι στον κόσμο όμως πλέον, έτσι τα ξέρουν, μόνο στην Ελλάδα εμείς συνεχίζουμε να τα αποκαλούμε Σκόπια. Τέλος πάντων, του έσφιξα κι εγώ το χέρι και του είπα με ένα επιφώνημα ενθουσιασμού: "Ω αλήθεια! Χαίρω πολύ!". Είχα ξαφνιαστεί που με χαιρέτησε τόσο εγκάρδια, λες και ήμασταν αδέρφια, λες και είχαμε κάτι κοινό. Μα καλά δεν ξέρει τι γίνεται στην Ελλάδα;
Η αλήθεια είναι, ποτέ δεν με ενδιέφερε αν θα λέγονται τα Σκόπια Μακεδονία, Τρίκαλα, Πατήσια, Σπυριδούλα κ.λ.π. Δεν πα να λέγονται και Πόπη σαν την γιαγιά μου την Καλλιόπη. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα όλους τους Έλληνες που θα αντιδρούσαν στο άκουσμα του ονόματος Μακεδονία αντί Σκόπια. Πόσες συζητήσεις γύρω από αυτό το θέμα πια. Αλλά εδώ δεν κάνουμε πολιτική συζήτηση και δε θέλω να επεκταθώ. Απλώς αναρωτιόμουν πώς όλοι αυτοί οι ''πατριώτες'' θα συμπεριφερόντουσαν σε αυτό το παιδί που θα τους έσφιγγε το χέρι. Όταν βρίσκεσαι σε διεθνές περιβάλλον κι έχεις τον άλλο δίπλα σου, τον αγγίζεις, κάθεστε φάτσα με φάτσα και κάνετε μια συζήτηση, όλες αυτές οι πατριωτικές εξάψεις περνούν σε δεύτερη μοίρα. Πλέον δε σε ενδιαφέρει από που είναι. Σε ενδιαφέρει ο άνθρωπος αυτός καθεαυτός. Θα μιλήσετε πολιτισμένα και θα κάνετε την πλάκα σας. Θα πείτε για το πως περνάτε τη μέρα σας και τι φάγατε το μεσημέρι. Τόσο απλά. Είναι τόσο κρίμα να χαλάμε τις καρδιές μας. Γιατί να επικρατεί διχόνοια ενώ μπορεί να υπάρξει αλληλεγγύη; Τι έχουμε να χωρίσουμε; Είμαστε όλοι άνθρωποι. Και οι άνθρωποι είναι πάνω από πολιτικές και ονόματα. Κι αυτό κατά την ταπεινή μου γνώμη πρέπει να το θυμόμαστε και να το κρατάμε σαν φυλαχτό. Κι επειδή πολλά γίνονται γύρω μας τώρα τελευταία, ίσως αυτό να είναι η μοναδική ασπίδα σωτηρίας.


Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Αλαλούμ Αλαλούμ

Και όπως είχα υποσχεθεί θα επανεξετάσω το θέμα της ασυνεννοησίας (γαϊδουριάς). Την προηγούμενη φορά είχα αναφερθεί στο πρόβλημα που προκύπτει όταν κάποιοι μιλούν στη γλώσσα τους και οι υπόλοιποι στην παρέα δεν καταλαβαίνουν Χριστό. Και καλά όταν μιλάει κανείς για τα μούτρα του ή για κάτι που δεν μπορεί να το εκφράσει εύκολα σε άλλη γλώσσα. Αλλά όταν φιλαράκι μιλάς για τον άλλο σκοπίμως για να μη σε καταλάβει είσαι για φάπες.
Δυστυχώς πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι όταν ο άλλος δεν τους καταλαβαίνει μπορούν να εκφράζονται όπως θέλουν, λες και τόση ώρα επιτηδευμένα προσπαθούν να το παίξουν ευγενικοί. Όλοι ίσως έχουμε πέσει στην παγίδα εκεί που μιλάμε μαζί με τους ξένους ωραία και καλά και είμαστε τύπος και υπογραμμός, να γυρίσουμε σε κάποιον ομοεθνή συνομιλητή μας και να μιλήσουμε στη γλώσσα μας σε λιγότερο πρέπον βαθμό. Κι αν μη τι άλλο αντιμετωπίζουμε τον άλλο σαν ηλίθιο επειδή δεν μας καταλαβαίνει. Τέτοια περιστατικά έχω συναντήσει και εδώ και στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι ευγενικοί μόνο όταν  μπορεί κανείς να τους αναγνωρίσει ή να τους καταλάβει. Έτσι και σε αυτή την περίπτωση φορούν μια λεκτική μάσκα και μετατρέπονται σε γουρούνια και μιλούν αναλόγως. Το ίδιο φαινόμενο όπως όταν κρύβεσαι πίσω από μια οθόνη υπολογιστή ή μέσα σε μια αποκριάτικη μεταμφίεση.
Θυμάμαι είχα πάει ένα απόγευμα στο σπίτι ενός Γερμανού συμφοιτητή μου και εκεί που μιλούσαμε, μπαίνει μέσα μια από τις συγκατοίκους του κι αρχίζει να λέει τον πόνο της στα Γερμανικά. Ο συμφοιτητής μου τότε, επειδή ήμουν μπροστά προσπάθησε να το γυρίσει στο αγγλικό, κι εκείνη του απάντησε στα Γερμανικά:  ‘’Τι θα κάνουμε τώρα μάθημα Αγγλικών; ’’. Δεν ξέρω αν το είπε πιστεύοντας ότι δε θα το καταλάβω ή όχι άλλα άντε να χαθείς μαρί παρδάλω. Που δε λέω μπορεί να ήσουν στις δύσκολες μέρες του μήνα ή να πέρασες μια άσχημη μέρα η γυναίκα (παρδάλω), αλλά κι εγώ την όρεξή σου δεν την έχω. Τέλος πάντων μετά απλώς καθόμουν στη μούγκα μες στα νεύρα. Εντάξει πόσο πιο παρείσακτος να αισθανθεί κανείς κείνη την ώρα. Και ίσως αυτό είναι το χειρότερο τελικά. Αντιμετωπίζεσαι σαν παρείσακτος, σαν κάτι υποδεέστερο, και χωρίς να το προκαλέσεις ο ίδιος, ο άλλος παίρνει το δικαίωμα να σου συμπεριφέρεται όπως θέλει.
Στην Ελλάδα έχω μια φίλη από την Ιαπωνία. Αρκετοί ήταν αυτοί που κάποιες φορές την αντιμετώπιζαν σαν τη χαζή αγαθούλα μόνο και μόνο επειδή δεν καταλάβαινε καλά τα Ελληνικά. Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα μπορείς να παρεξηγηθείς όταν δεν καταλαβαίνεις τι σου λένε και πόσο λάθος συμπεράσματα μπορούν να βγάλουν οι άλλοι για σένα, καθώς κι εσύ δεν μπορείς να εκφραστείς σωστά. Γι’ αυτό λοιπόν σεβασμός στο συνάνθρωπο. Απλοί κανόνες καλής συμπεριφοράς. Αυτά, προς γνώση και συμμόρφωση.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Πασ-χάλια

Και μιας και Πάσχα είχαμε κι ωραία τα περάσαμε θυμήθηκα τα περσινά μου γλέντια εδώ στην ξενιτιά. Αποφάσισα λοιπόν να μοιραστώ αυτή μου την εμπειρία.
Ήταν ημέρα ορθόδοξου Πάσχα κι αποφασίσαμε τα Ελληνόπουλα να μεταφερθούμε σε μια γειτονική Γερμανική πόλη να γιορτάσουμε το ελληνικό παραδοσιακό Πάσχα, με τα του οβελία σουβλιστού, κοκορετσιού, παραδοσιακού ελληνικού χορού και τα συναφή, στην ελληνική κοινότητα της περιοχής. Συμφώνησα και με την εξαδέλφη μου, που έμενε λίγο παραπάνω, σε μια άλλη κοντινή πόλη, να πάρει τέκνο και σύζυγο και να δώσουμε σημείο συνάντησης εκεί . Έτσι κι έγινε λοιπόν.
Τι άλλο μπορεί κανείς να θέλει  για να αναβιώσει το παραδοσιακό έθιμο εδώ στα εξωτερικά; Φιλαράκια, φα'ί', πιοτό, χορός, ελληνικό σόι όλα κομπλέ. Μόλις φτάσαμε, σχετικά μεσημέρι, είχε ήδη αρχίσει το ψήσιμο. Ήταν καμιά δεκαριά σούβλες στη σειρά να ψήνουν μανιωδώς αρνιά και κοκορέτσια. Μας υποδέχτηκε ο πρόεδρος της κοινότητας,  ένας τύπος αγριάντρα με μια μουστάκα τσέλιγκα και ύφος μαφιόζικο. Δε μπορώ να καταλάβω ρε παιδάκι μου τι στο καλό τρέχει με όλους αυτούς  τους παλιούς  Έλληνες ομογενείς, που ζουν χρόνια στα εξωτερικά, έχουν αυτή την πονηράδα στο βλέμμα τους, αυτό το λίγο της πιάτσας, το λίγο αντεργκράουντ, το λίγο της νύχτας, το λίγο βρώμικο, πώς να το πω ντε μαφιόζικο, και ο νοών νοείτω. Τέλος πάντων. Πιο πέρα μακριά από τις ψησταριές ήταν κάτι ξύλινα τραπέζια εξοχής για να καθίσει ο κόσμος. Η τοποθεσία γενικά ήταν ειδυλλιακή. Ένα τεράστιο καταπράσινο λιβάδι με περήφανα μεγάλα δέντρα να δεσπόζουν πάνω μας, και τριγύρω σκόρπια μικρά κηπάκια με πολύχρωμα λουλούδια. Η μέρα ήταν σχετικά ζεστή και ηλιόλουστη οπότε όλα προμήνυαν ότι θα περάσουμε καλά.
Κόντευε απόγευμα και το αρνί ακόμα να ψηθεί. Τα βάλανε αργά και η φωτιά δεν ήταν δυνατή, οπότε είχαμε μέλλον ακόμα. Μπορούσες να πάρεις σαλάτες και μικρά ορεκτικά, και φυσικά, ποτά. Αποφασίσαμε να πάρουμε ορεκτικά, καθώς πεινούσαμε. Ο τιμοκατάλογος είχε ως εξής: πιάτο σαλάτες-ορεκτικά  7 ευρώ, πιάτο αρνί 15 ευρώ, πιάτο κοκορέτσι  7 ευρώ. Τι εκμετάλλευση, σκέφτηκα, να πληρώσεις τα μαλλιά της κεφαλής σου για ένα κομμάτι αρνί κι άλλα τόσα για ένα πιάτο σαλάτα. Πήρα τη σαλάτα μου να φάω, και μια μπύρα και περίμενα το αρνί. Ο πρόεδρος  φώναζε να μη γεμίζουν πολύ τα πιάτα με τις σαλάτες.  Ήταν πολύ αργά όταν όλοι συνειδητοποιήσαμε ότι μαζί με το αρνί έπαιρνες και ένα πιάτο σαλάτα συμπεριλαμβανόμενη στην τιμή. Όταν άρχισαν να βγαίνουν τα πρώτα αρνιά αρκετά αργότερα, όλοι έσπευσαν για ένα πιάτο. Περίμενες στην ουρά κι άμα προλάβεις πρόλαβες, αλλιώς πλήρωνες, έπαιρνες μια απόδειξη και περίμενες να σε φωνάξουν για την επόμενη φουρνιά. Τελικά, λίγο θες που τσιγκουνεύτηκα, λίγο που βαριόμουν να περιμένω στην ουρά, αρνί δεν έφαγα. Ο άντρας της ξαδέρφης μου ο θαρραλέος περίμενε και πήρε αρνί. Το κοιτούσαμε από δω το κοιτούσαμε από κει, καλά ψημένο δεν ήταν. Ήταν κι αυτός ένας λόγος που δεν εμπνεύστηκα να φάω. Αυτός πάντως μάλλον το φχαριστήθηκε (είναι Αθηναίος γι’ αυτό :P)
Μετά το φαγοπότι άρχισε ο χορός. Είχαν εκεί κάτι κλαρίνα να παίζουν παραδοσιακά ελληνικά τραγούδια και κάτι κυρές με παραδοσιακές φορεσιές να χορεύουν. Να μην τα πολυλογώ ούτε τα λόγια από τα τραγούδια, ούτε να χορεύουν ήξεραν. Με την ξαδέρφη μου καθόμασταν στο τραπέζι και μελαγχολήσαμε. Τα είχαμε όλα πρόσφατα στη μνήμη μας οπότε η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη. Δεν είναι έτσι το Πάσχα λέγαμε και ξαναλέγαμε. Κοιτούσαμε όλους αυτούς τους ομογενείς και σκεφτόμασταν πόσα πράγματα πλέον δεν είναι στη ζωή τους και άρχισαν να τα ξεχνούν πια. Βάλαμε τον εαυτό μας στη θέση τους κι αναρωτιόμασταν αν θα καταλήγαμε κι εμείς έτσι αν μέναμε για πάντα εδώ. Σκεφτόμασταν μήπως θα ήταν καλύτερα όταν ζεις σε έναν τόπο να ζεις με τα δικά του έθιμα και να προσαρμόζεσαι, και να αφήνεις τα δικά σου πίσω, να μην έχεις και βαρύ φορτίο. Όλο αυτό το πανηγύρι δεν ήταν παρά μια παρωδία της ελληνικής παράδοσης και για μας καθόλου διασκεδαστικό τελικά.
Φύγαμε με μια νοσταλγία. Έφτασα στο σπίτι αργά το βράδυ και μαγείρεψα κοτόπουλο με ρύζι να φάω στα γρήγορα, γιατί είχα λυσσάξει από την πείνα, κι έπεσα για ύπνο. Είχα μάθημα την επομένη το πρωί. Άντε και του χρόνου!


Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Αλαλούμ

Ζώντας στο εξωτερικό αποκτάς και ωραίες εμπειρίες μαζί με όλα τα άλλα. Μια από αυτές είναι ότι έρχεσαι σε επαφή με πολλούς ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων. Ευτυχώς είχα αυτή την ευκαιρία πάμπολλες φορές καθώς βρισκόμουν σε διεθνές περιβάλλον λόγω του πανεπιστημίου και όχι μόνο.
Πολλές φορές, λοιπόν, τυχαίνει σε τέτοιου είδους μαζώξεις, να υπάρχουν 2 ή και άνω άτομα της ίδιας εθνικότητας, μεταξύ όλου του αχταρμά. Κι ενώ η κοινή διάλεκτος είναι η Αγγλική ξαφνικά αρχίζουν να μιλάν οι ομοεθνείς στη γλώσσα τους. Κι εκεί που όλα ήταν ωραία και καλά και έκανες το καλαμπούρι σου, ξαφνικά επικρατεί μούγκα και καταλήγουν όλοι να κοιτάν σαν το χάνο ένα διάλογο που δεν καταλαβαίνουν. Και εντάξει καθώς έχεις πολλούς τριγύρω που δε σκαμπάζουν, αυτό συνήθως διαρκεί λίγο. Βέβαια υπάρχουν και περιπτώσεις που θα χωριστούν όλοι σε πηγαδάκια, όπου είτε οι υπόλοιποι ομοεθνείς θα μιλάν κι αυτοί στη μητρική τους γλώσσα, είτε θα το ρίξουν στο Αγγλικό οι μεικτοί. Όταν όμως τυχαίνει να βρίσκεσαι μονάχος σε ένα παρεάκι με άτομα από την ίδια χώρα και πιάνουν ψιλή κουβεντούλα είναι λίγο άβολη η κατάσταση.
Γενικά το καταλαβαίνω ότι αλλιώς εκφράζεται κανείς στη γλώσσα του. Ίσως μερικές φορές κι εγώ το κάνω με τους υπόλοιπους Έλληνες, αν και προσπαθώ να το αποφεύγω καθότι δεν το θεωρώ ευγενικό. Εξαιτίας όλων αυτών προκύπτουν μερικά προβληματάκια. Δε θέλεις να αναγκάσεις τον άλλο να σου μιλήσει στα Αγγλικά όταν βρίσκεσαι μόνος στο τσούρμο και από την άλλη δεν μπορείς να συμμετέχεις στη συζήτηση όταν γίνεται σε μια γλώσσα που δεν κατέχεις. Οπότε έρχεσαι σε αμηχανία και στις 2 περιπτώσεις για διαφορετικούς λόγους (ή τουλάχιστον εγώ έτσι παθαίνω). Ειδικά δε όταν τυχαίνει να είμαι μόνο με Γερμανούς η λα καταστασιόν μου τρες απελπιστίκ, καθώς καταλαβαίνω Γερμανικά αλλά δεν τα μιλώ καλά, και πρέπει και να προσέχω διπλά για να πιάσω τι λένε (πονοκέφαλος). Έτσι αυτοί (οι γάιδαροι) μιλάν Γερμανικά, εφόσον καταλαβαίνω, κι εγώ πρέπει να πω στο σύμπαν να σωπάσει μη χάσω καμιά ατάκα και νομίζω ότι μιλάνε για πυρηνική φυσική αλλά τελικά πρόκειται για γαλακτοκομικά (βλ. Quark), οπότε τσαντίζομαι. (Μα τι αγενείς άνθρωποι!) Κι όταν μου μιλάν Αγγλικά νιώθω ότι τους αναγκάζω με το ζόρι λόγω της παρουσίας μου και αισθάνομαι εντελώς άβολα. Τράτζικ! Και τελικά ο καθένας απομονώνεται και κάνει παρέα με το σινάφι του ή το ιντερνέτ.
Αλλά για να λέμε τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη όταν υπάρχει ξένος στην παρέα, το common είναι η Αγγλική. Τέλος! Άμα θες να μιλάς στη γλώσσα σου τουλάχιστον πες ένα "με το μπαρδόν". Δε θα σας μάθω και τρόπους. Αν και όταν έχεις επισκέπτες ξεκάρφωτους στην παρέα που δεν είναι συνηθισμένοι στο Αγγλικό πάλι υπάρχει πρόβλημα. Όρε θέματα. Με το συγκεκριμένο θεματάκι θα επανέλθω από άλλη σκοπιά. Για την ώρα χαιρετίζω. Τσους!

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ξένος

Και να σαι, λοιπόν, σε μια χώρα. Μια ξένη χώρα, μόνος. Και καλείσαι να ζήσεις και να ανταπεξέλθεις στην καθημερινότητα. Άγνωστοι άνθρωποι, διαφορετική κουλτούρα, αλλιώτικες συνήθειες. Το ήξερες από την αρχή, το περίμενες. Όμως, όσο και να το περιμένεις, και όσο και να δέχεσαι τη διαφορετικότητα, δεν μπορείς να το αντιληφθείς αν δεν το βιώσεις βαθιά μέσα στο πετσί σου.
Πάντα έκανα παρέες με ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, μάθαινα γλώσσες, γνώριζα πολιτισμούς, ταξίδευα. Ήμουν ανοιχτή σε "εναλλακτικούς" τρόπους ζωής. Αλλά, αλλιώς είναι να είσαι στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα, και να ξέρεις, ότι από 'δω και 'μπρος, έτσι θα είναι η ζωή σου. Σε μια ξένη χώρα είσαι πάντα ξένος. Τόσο για τη χώρα και τους ανθρώπους της, που όσο σωστός και καλλιεργημένος να είσαι, δεν είσαι ένας απ' αυτούς, αλλά όσο και για τον ίδιο σου τον εαυτό. Πώς μπορείς να αναγνωρίσεις πλέον τον εαυτό σου όταν τα απλά πράγματα που έκανες πριν, και θεωρούσες ότι σε χαρακτήριζαν, όλες αυτές οι ασήμαντες μικρές καθημερινές συνήθειες, έχουν αντικατασταθεί; Όταν δεν μπορείς πια να τα κάνεις; Ούτε να εκφραστείς όπως θες δεν μπορείς καλά καλά σε άλλη γλώσσα. Και προσαρμόζεσαι σε μια άλλη ζωή. Και τελικά το "θέλω" που πρωτίστως τόσο ακράδαντα διεκδικούσες μετατράπηκε σε "πρέπει". Τόσο απλά και τόσο γρήγορα. Γιατί πρέπει να προσαρμοστείς.
Κι όμως συνεχίζεις, κι ας καμιά φορά κλείνεσαι στον εαυτό σου κι απομακρύνεις τους πάντες και τα πάντα γύρω σου. Κι ας καμιά φορά σου λείπουν όλα, σου λείπει ο παλιός εαυτός σου, και θες να ξεσπάσεις, μα κάνεις υπομονή. Κι ας θες να τα βροντήξεις όλα και να σηκωθείς να φύγεις να πας πίσω. Μα το αστείο είναι πως και πίσω να πας δε μένει παρά μόνο μια ανάμνηση της ζωής που έκανες παλιά. Και πλέον δεν ανήκεις εκεί. Μα ούτε κι εδώ ανήκεις. Και τελικά είσαι ένα κράμα του παλιού και του καινούριου. Κάτι στο ενδιάμεσο που λέμε. Και τελικά δεν ανήκεις πουθενά.
Ωχ τα 'πα και μελαγχόλησα και δεν παύει να στριφογυρνά στο μυαλό μου κείνο το τραγουδάκι του Bob : "Once upon a time you dressed so fine...."

https://www.youtube.com/watch?v=g1s47L8DrJ0

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Με το Guten Tag σας

Βρίσκομαι στη Γερμανία εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου. Άφησα την Ελλάδα ελπίζοντας ότι θα βρω εδώ κάτι καλύτερο. Δεν ήθελα ή μάλλον ήθελα και δεν ήθελα. Ήθελα να ζήσω στο εξωτερικό να αποκτήσω αυτή την εμπειρία, αλλά όχι όταν δεν έχω άλλη επιλογή. Τελικά ήρθα για μεταπτυχιακές σπουδές, αρχικά, κι έπειτα ό,τι προκύψει. Περίμενα ότι θα ήταν δύσκολα στην αρχή, αλλά όχι τόσο δύσκολα όσο τελικά τα βρήκα.
Το πρώτο εξάμηνο ήταν αβάσταχτο. Άγνωστη χώρα, άγνωστες συνήθειες, άγνωστοι άνθρωποι. Προσθέτοντας και τις δυσκολίες του μεταπτυχιακού ολοκληρώνεται η εικόνα της απελπισίας μου. Το μεταπτυχιακό μου ήταν διεθνές και η γλώσσα διεξαγωγής του ήταν η Αγγλική. Η γλώσσα ήταν βασικό κριτήριο επιλογής. Ήξερα Γερμανικά αρκετά καλά, είχα αποκτήσει μάλιστα το πτυχίο επιπέδου C1 κάποια χρονάκια πριν (12 για την ακρίβεια), αλλά καταλαβαίνετε μετά από τόσο καιρό που τα 'χα αφήσει στο ράφι, να μπορέσω να τα βγάλω πέρα σε επίπεδο μεταπτυχιακού θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο αν όχι αδύνατο. Σκεφτόμουν όμως ότι θα ήταν καλή ευκαιρία να εξασκήσω και τις δυο γλώσσες παράλληλα, τη μία εντός, και την άλλη εκτός σπουδών. Ε το λοιπόν κούνια που με κούναγε. Σχεδόν ενάμιση χρόνο παραμονής μου στη Γερμανία τα Γερμανικά μου είναι ελαχίστως καλύτερα από ότι όταν ήρθα.
Το εντατικό πρόγραμμα του μεταπτυχιακού και η διαρκής κούραση δε μου επέτρεψαν να ασχοληθώ καθόλου με το θέμα της γλώσσας. Φυσικά και τα Αγγλικά μου ήθελαν φρεσκάρισμα, καθώς ολημερίς με αυτά έπρεπε να συνεννοούμαι, τόσο μέσα στο πλαίσιο τον μαθημάτων, όσο και μαζί με τους συμφοιτητές μου που ήταν οι περισσότεροι από άλλες χώρες και αρκετοί δεν γνώριζαν γρι Γερμανικά. Τελικά συνήθισα να σκέφτομαι και να μιλώ Αγγλικά και τα Γερμανικά πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Βέβαια μέσα στα πλαίσια του πανεπιστημίου είσαι ασφαλής οπότε δε σε νοιάζει και πολύ. Αν και ίσως αυτό να μην είναι εντελώς αλήθεια τελικά.
Με το που πήγα να κάνω την εγγραφή στο International Office του πανεπιστημίου το θέαμα ήταν απογοητευτικό. Τα πάντα ήταν γραμμένα στα Γερμανικά. Μα καλά τι σόι άνθρωποι είναι τούτοι που σε γραφείο για διεθνείς φοιτητές τα έχουν όλα στα Γερμανικά! Εγώ τουλάχιστον μπορούσα να καταλάβω, αλλά άλλοι που τώρα έρχονται σε μια πρώτη επαφή με τη γλώσσα θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες. Ένιωθα εντελώς ασφυκτικά. Βρισκόμουν σε ένα πολύ εχθρικό περιβάλλον για τους αλλοδαπούς. Μα καλά, Αγγλικά ούτε για δείγμα;! '"Ίσως οι άνθρωποι να είναι πιο φιλικοί." σκέφτηκα. Πήρα λοιπόν το νουμεράκι μου (ναι νουμεράκι, οργάνωση όχι αστεία) και περίμενα τη σειρά μου για να περάσω στα γραφεία με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους. Με το που έρχεται η σειρά μου μπαίνω μέσα πρόσχαρη να παραδώσω τα έγγραφά μου. Ο γραμματέας με κοιτούσε αφ' υψηλού με μια μούρη 24 καρατίων και με το ζόρι μιλούσε Αγγλικά. Ρίχνει μια ματιά στα χαρτιά μου και μου λέει: "Το αντίγραφο του πτυχίου σας δεν είναι έγκυρο. Αν έχετε το αυθεντικό έντυπο πηγαίνετε να επικυρώσετε ένα αντίγραφο στο γραφείο εξυπηρέτησης πολιτών και να μου το φέρετε άμεσα." Ευτυχώς είχα πάρει όλα τα χαρτιά μαζί μου οπότε κανένα πρόβλημα.
Τρέχω λοιπόν απευθείας στο παράρτημα της εν λόγω υπηρεσίας του πανεπιστημίου. Ξαναπαίρνω το νουμεράκι μου και περιμένω. Έρχεται η ώρα να μπω μέσα, δίνω το πτυχίο μου στην υπάλληλο, βγάζει μια κόπια και το επικυρώνει. Περιττό να αναφέρω ότι Αγγλικά δε μιλούσε καθόλου. Έπειτα της δείχνω το μεταφρασμένο από δικηγόρο αντίγραφο του πτυχίου μου και τη ρώτησα μήπως χρειάζεται να κάνω κάτι και με αυτό (στα Αγγλικά πάντα). Δυστυχώς όμως, είχε φύγει το συρραπτικό που ένωνε το αντίγραφο πτυχίου με την επικυρωμένη μετάφραση. Πού να φανταστώ τι έμελλε να συμβεί εξαιτίας τούτου του τόσο τραγικού συμβάντος. Αυτή αφηνίασε και άρχισε να μου δείχνει το σημείο με το συρραπτικό και να μου φωνάζει στα Γερμανικά: "Αυτό δεν το κάνω εγώ πρέπει να το πας σε δικηγόρο. Σε δι-κη-γό-ρο. Δικηγόρο..." Εγώ παραξενεύτηκα από αυτή την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και της έλεγα ότι δεν καταλαβαίνω τι μου λέει, τι συμβαίνει και γιατί χρειάζεται ακριβώς. Αυτή το βιολί της συνέχιζε να λέει επιθετικά για δικηγόρους. Τελικά τα μάζεψα να φύγω απορημένη με την τόσο επιθετική της συμπεριφορά στα καλά καθούμενα. Καθώς έφευγα αυτή σηκώθηκε από τη θέση της κι άρχισε αγανακτησμένα να ωρύεται στη συνάδελφό της στο διπλανό γραφείο. Πάει τρελάθηκε ο κόσμος...
Ευθύς, το λοιπόν, πηγαίνω το αντίγραφο στη γραμματεία, όπως ζητήθηκε, κι όλα καλά. Αμάν ρε παιδιά ακόμα δεν πατήσαμε το ποδάρι μας σε τούτη τη χώρα και μας πήραν απ'τα μούτρα;! Κι έτσι, κουτσά στραβά, άρχισαν όλα.